![]() |
| Ο αυτοκράτορας Κωσταντίνος Δ' σε ψηφιδωτό στη Ραβέννα |
Στο προηγούμενο άρθρο του Deus et Dominus μείναμε στην περίοδο που έπεσε ο Μαυρίκιος και ανέλαβε ένας εκατόνταρχος από το σύνορο του Δούναβη, ο λίγος Φωκάς. Αμέσως πόλεμος ξέσπασε με την Περσία και όλοι οι εχθροί της αυτοκρατορίας εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία να την πλήξουν. Ένα ήταν σίγουρο, μετά το 602 και ύστερα με την αραβική λαίλαπα τίποτα δεν θα έμενε το ίδιο για την αυτοκρατορία της ανατολής.
Πληροφορούμαστε από την Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου ότι η αναγόρευση κάποιου σε αυτοκράτορα από εδώ και εμπρός δεν πήγαινε με τον χαιρετισμό «Αύγουστε συ βίνκας» δηλαδή «Αύγουστε εσύ θριαμβευτή» μα με τον ελληνικό τίτλο ο δείνας βασιλεύς (μεγάλος βασιλεύς) και αργότερα δείνα βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων πολλά τα έτη. Μάλιστα θεωρούταν αυτονόητο αν αναγορευτείς μετά από επανάσταση να αποκτήσεις αμέσως την πολιτική και στρατιωτική ισχύ στα χέρια του. Κάτι που έκανε ο Λέων Γ’ που δημιούργησε και δυναστεία, με τον Νικηφόρο Α’ να παραμένει μόνο στην πολιτική ισχύ, ώστε να έρθει μέσα σε λίγα χρόνια και να ρίξει τον διάδοχο του ο νέος εικονόφοβος Λέοντας Ε’.
Το 602 είναι κομβικό σημείο και για έναν ακόμα λόγο, γιατί με την επικράτηση του Φωκά σταματά η ανύψωση ή αναγόρευση δια βοής από τον στρατό η πρώτη και από τον λαό της Κωνσταντινούπολης η δεύτερη. Επίσης την ίδια χρονιά αποσπάσθηκε από την αναγόρευση η περιβολή της χλαμύδας και του στέμματος, με το να γίνεται σε ναό με την ειδική τελετή της στέψης. Εκπληκτικό είναι ότι οι περισσότερες στέψεις έγιναν στην Αγία Σοφία ή σε κάποιο παλατιανό παρεκκλήσι. Μάλιστα η στέψη γίνεται παρουσία της βασιλικής οικογένειας αν πρόκειται για δυναστική συνέχεια, της συγκλήτου – που πλέον είχε περιοριστεί σε εθιμοτυπικές εκδηλώσεις και εκδικάσεις υποθέσεων με την ανοχή του αυτοκράτορα – των στρατιωτικών ταγμάτων, των δήμων και του λαού της Κωνσταντινούπολης.
Όσον αφορά τη νομοθεσία το μοναδικό νομοθετικό έργο είναι η Εκλογή του Λέοντος Γ’ και του γιου του Κωνσταντίνου Ε’. Οι αυτοκράτορες που έχουν ακούσει τα εξ αμάξης από την εκκλησία στην αρχή επικαλούνται την Αγία Τριάδα να τους προστατεύσει. Οπότε παρατηρούμε περισσότερη σύγκλιση με το θείο και μεγαλύτερη απομάκρυνση από τους αριστοκράτες, που σιγά – σιγά άρχισαν να διαμορφώνονται ξανά, ώστε το 800 σύμφωνα με το Cambridge New Medieval History να εμφανιστούν τα επίθετα των Φωκάδων και Αργυρών. Μάλιστα ήταν τέτοια η επιρροή των αυτοκρατόρων στην κοινωνία που με την εκλογή καθόρισαν με νομικό πλαίσιο τους επιτρεπτούς γάμους έως στον τελευταίο τίτλο και τις ποινές σε σοβαρά εγκλήματα. Πάνω σε αυτόν βασίστηκε η Επαναγωγή του Βασίλειου Α’ και των γιων του Λέοντα και Αλέξανδρου.
Αυτή την περίοδο όπως μας πληροφορεί η Judith Herrin στο βιβλίο της «Τι είναι το Βυζάντιο» πως ο Κωνσταντίνος Ε’ έκανε θεσμό να γεννιέται ο διάδοχος στο δωμάτιο της πορφύρας. Τώρα αυτό το δωμάτιο υπάρχουν δύο θεωρίες: Είτε οι κουρτίνες και τα υφάσματα γενικώς ήσαν στο χρώμα της πορφύρας είτε ήταν χτισμένο με πορφυρίτη λίθο.
Σύμφωνα επίσης πάλι με το Cambridge New Medieval History, ο έβδομος αιώνας ήταν περίοδος αλλαγών στο στρατό και την πολιτική. Μάλιστα αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τις αλλαγές στο τέλος του 8ου αιώνα. Στο ξεκίνημα συναντούμε το σύστημα διακυβέρνησης επί Διοκλητιανού και Κωνσταντίνου Α’. Από τον 8ο αιώνα ήταν διαχωρισμένο σε κυβερνητικές περιφέρειες ονομαζόμενες Θέματα. Αυτές κυβερνιόντουσαν πολιτικά και στρατιωτικά από έναν στρατηγό και ήταν υπεύθυνες για το σταμάτημα της αραβικής επέλασης και τη μεγάλη νίκη του Κωνσταντίνου Ε’ στο Ακροϊνό της κεντρικής Μικράς Ασίας.
![]() |
| Η Αυτοκρατορία το 717 |
Μάλιστα σύμφωνα με την ίδια πηγή παρατηρείται ότι θεσμοί όπως η ιδιωτική περιουσία και οι θείοι θησαυροί με τους αντίστοιχους κόμηδες τους δεν υπήρχαν πλέον. Ιδιωτικό και θείο είχαν γίνει ένα στο πρόσωπο του αυτοκράτορα, σε όλους τους τομείς. Πλέον για τα οικονομικά και πολιτικά ζητήματα είχαμε υπεύθυνο τον Μέγα Σακελλάριο όπου ήταν ακριβώς κάτω από τον αυτοκράτορα. Οι κεφαλές αυτών των τμημάτων είχαν τρεις διαχειριστές. Τον Λογοθέτη του Δρόμου που έλεγχε τα ταχυδρομεία, την εσωτερική ασφάλεια, τον Γενικό Λογοθέτη που είχε την οικονομική διαχείριση, τον Λογοθέτη των Στρατιωτικών που ασχολιόταν με την πληρωμή των στρατιωτικών. Μάλιστα, υπήρχαν δύο θησαυροφύλακες: ο χαρτουλάριος της σακέλλης, υπεύθυνος για το χρήμα και τα φιλανθρωπικά ιδρύματα και ο χαρτουλάριος του βεστιαρίου ως υπεύθυνος του νομισματοκοπείου και του οπλοστασίου. Επίσης υπήρχαν και οι υπεύθυνοι κρατικών ιδρυμάτων: ο επί του ειδικού, υπεύθυνος για τα εργαστήρια, ο Μέγας Κουράτορας, υπεύθυνος για το παλάτι και την αυτοκρατορική ιδιοκτησία και ορφανοτρόφος υπεύθυνος για τα ορφανοτροφεία. Μέσα σε όλο αυτό τον κυκεώνα γραφειοκρατίας υπήρχε και ένας αρχειοφύλακας, ο πρωτοασηκρίτης. Μόνο δύο αξιωματούχοι έδιναν απευθείας λόγο και άρα είχαν πρόσβαση στον θείο μονάρχη: ο Έπαρχος της Πόλης και ο Κιαίστορας (υπεύθυνος για τα δικαστήρια).
Μάλιστα εκείνη την περίοδο των Μεταβατικών Χρόνων είχαμε την Κρίση της Εικονομαχίας. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, παρά μόνο θα πω ότι έφερε μεγάλο χάσμα ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή. Όπως και να έχει το 754 με τη Σύνοδο της Ιέρειας ο Κωνσταντίνος Ε’ θεσμοθέτησε τη νέα εκκλησιαστική πολιτική, ώστε να τον ανατρέψει ως Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο η Ειρήνη η Αθηναία, γυναίκα και χήρα του γιου του Λέοντα Δ’. Με τη στήριξη του Αδριανού Α’ ανέτρεψε τα δεδομένα της Εικονοφοβίας στη Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας. Η τοποθεσία δεν ήταν τυχαία, καθώς η Ειρήνη και ο γιος της Κωνσταντίνος ΣΤ’ ήθελε να συνδεθούν με τη Α’ Οικουμενική Σύνοδο που συνέβη το 325 στη Νίκαια επί αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α’ και έθεσε τα θεμέλια για την δογματική πίστη. Περισσότερα παρακάτω για τις οικουμενικές συνόδους.
Για να αντιμετωπίσουν την αμφισβήτηση της εξουσίας τους οι Λέων Γ΄ και Κωνσταντίνος Ε’ έφτιαξαν τα Τάγματα, τον πρώτο επαγγελματικό στρατό εδώ και αρκετό καιρό για το Βυζάντιο και έναν από τους ελάχιστους στο Μεσαίωνα, με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Όσον αφορά τον στόλο έχουμε στην αρχή της περιόδου τους Καραβισιάνους που ήταν ο πολεμικός στόλος. Αυτός αντικαταστάθηκε τους 8ο και 9ο αιώνες από τα παραθαλάσσια και νησιωτικά θέματα, ενώ ένας στόλος εξοπλισμένος με υγρό πυρ στάθμευε στην Κωνσταντινούπολη. Όσον αφορά για τους διάφορους λογοθέτες (υπουργούς) απευθύνονταν κατευθείαν στον αυτοκράτορα όσο περνούσε ο καιρός, αυξάνοντας έτσι την εξουσία του πάνω στα υποκείμενα του.
Όσον αφορά για την κυβερνώσα αριστοκρατία που εμφανίστηκε εκείνη την περίοδο και με τον καιρό θα αμφισβητούσε ευθέως τον αυτοκράτορα, δεν αντλούσε τη δύναμη της από τη γη, αλλά από τη σταδιοδρομία της στη δημόσια διοίκηση. Τα κτήματα τα κατείχαν πολλοί μικροϊδιοκτήτες και ο μόνος μεγάλος γαιοκτήμονας πέρα από τον αυτοκράτορα παρέμενε η Εκκλησία με μειωμένη όμως έκταση χωραφιών. Επίσης σημαντικό στοιχείο για την εξουσία που ασκούσε ο αυτοκράτορας ήταν οι τιμητικοί τίτλοι «αξίες δια βραβείου» και οι διοικητικές θέσεις «αξίες δια λόγου». Δύο σημαντικά αξιώματα που τα συναντάμε σε μολύβδινες σφραγίδες (μολυβδόβουλα) είναι ο τίτλος του πατρικίου και του πρωτοσπαθάριου.
Σύμφωνα με τα αξιώματα μαθαίνουμε από το Κλητορολόγιο του Φιλόθεου πως σημαντικό αξίωμα ήταν ο στρατηλάτης που έπαιρνε ένα δίπλωμα, ο σιλεντάριος που του χαρίζεται μια χρυσή ράβδος, ο στράτωρ με ένα διάλιθο χρυσό μαστίγιο και ο καίσαρας με ένα στέμμα χωρίς σταυρό.
Όσον αφορά την ΣΤ΄ μαθαίνουμε ότι κράτησε έναν χρόνο, από τις 7 Νοεμβρίου 680 και μέχρι τις 16 Σεπτεμβρίου του 681 (το έτος στο Βυζάντιο άλλαζε στην 1η Σεπτεμβρίου). Στις υπογραφές της Συνόδου βλέπουμε την ζημιά που έχει υποστεί σε αυτή την πρώιμη περίοδο η αυτοκρατορία με μόνο 174 επισκόπους να υπογράφουν. Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος Δ’ – του οποίου ο πατέρας Κώνστας Β’ ήθελε να μεταφέρει την πρωτεύουσα στις Συρακούσες – και σύμφωνα με επιστολή του Πάπα Αγάθωνα προς την Οικουμενική Σύνοδο, ότι μαζί με τον αυτοκράτορα τιμούνται οι αδερφοί του Τιβέριος και Ηράκλειος αλλά ως αύγουστοι, δηλαδή συναυτοκράτορες αλλά χωρίς ουσιαστική διακυβέρνηση.
Στην Πενθέκτη συναντούμε τον Ιουστινιανό Β’ να προσπαθεί να μοιάσει και να ξεπεράσει το είδωλο του τον Ιουστινιανό Α’, που συγκάλεσε την Ε’ Οικουμενική Σύνοδο. Συγκεκριμένα παρατηρούμε ότι το 692 (α’ περίοδος βασιλείας Ιουστινιανού Β’) στη Σύνοδο είχαν συμμετάσχει 211 επίσκοποι με κύριους τους τέσσερις Πατριάρχες της Ανατολής. Ο Πάπας δεν πήγε σε αυτή τη σύνοδο αλλά εκπροσωπούνταν στην αρχή από τον Επίσκοπο Γόρτυνας Κρήτης και αργότερα από παπικούς λεγάτους.
![]() |
| Το Βυζάντιο το 867 χρονιά ανόδου του Βασίλειου Α' ιδρυτή της δυναστείας των Μακεδόνων |
Η Ζ’ που όπως είπαμε αντικατέστησε τη Σύνοδο την Εικονομαχική Σύνοδο της Ιέρειας, είχε 350 επισκόπους και έγινε το 787. Αποκαλέστηκε Οικουμενική από τον αυτοκράτορα και τη μητέρα του, τον Πάπα Αδριανό Α΄ που την ενέκρινε και την ίδια πολιτική ακολουθούσε και ο Πατριάρχης Ταράσιος. Τα άλλα Πατριαρχεία έστειλαν αντιπροσώπους τους.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου